Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Ο νερουλάς του Χαϊδαρίου

Στο Χαϊδάρι, όπως και στην παλιά Αθήνα, που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία. Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμοιβότανε περίπου μια δεκάρα τον τενεκέ. Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ, η πρώτη εταιρεία ύδρευσης.


Βρισκόμαστε στο Χαϊδάρι του 1925. Όλα ήσυχα, να κι ο...
-Κυρ-Αποστόλη;
-Παρακαλώ.
-Δωσ'μου έναν τενεκέ νερό.
-Έφτασε!!!!
-Σε ευχαριστώ πολύ. Χίλια να είναι τα χρόνια σου.
-Σας ευχαριστώ.
-Τι σου χρωστάω, κυρ-Αποστόλη;
-Ό,τι έχετε ευχαρίστηση κυρά Μαριώ
-Πάρε μια δεκάρα κι άντε στην ευχή της Παναγίας
-Σας ευχαριστώ. Καλή σας μέρα.
-Επίσης, κυρ-Αποστόλη. Χαιρετισμούς στα παιδιά σου
-Ευχαριστώ.

Μάλλον καταλάβατε από αυτόν το διάλογο γιατί μιλάμε. Ο κυρ-Αποστόλης είναι νερουλάς σε μια προσφυγογειτονιά στο Χαϊδάρι. Ευγενικός, όμορφος, νέος και...
-Α! τι αψηλός που είσαι κυρ-Αποστόλη!
-Ελάτε τώρα, κυρά Τασία μου...
-Πτου σου, να μη σε ματιάσω.
-Τα παραλέτε...
-Καθόλου παλικάρι μου...

'Ολοι τον κανακεύουν σ΄ αυτή τη γειτονιά. Όλοι πιστεύουν πως...
-Τι θα κάναμε χωρίς εσένα παλικάρι μου;
-Τι να πω, κυρ-Πασχάλη μου...εσείς ξέρετε καλύτερα από εμένα...
-Μας είσαι απαραίτητος...Χωρίς εσένα δεν μπορούμε να ζήσουμε...

Αυτό όμως δεν θα το πιστεύουν για πολύ ακόμα...Ακούστε που σας λέω...κάτι ξέρω κι εγώ...

-Ε! κυρ-Αποστόλη, φέρε και κανέναν τενεκέ κι από δω...
-Έφτασε!!!

Νικόλας Οικ.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ήρθε στο χωριό ο αρκουδιάρης...

Είδατε λοιπόν, από την έρευνα που έκανα στο διαδίκτυο, τι τράβαγε η φτωχή Μαριγώ (η αρκούδα) από τον αρκουδιάρη. Όμως θα σας πω και μια ωραία ιστορία που μου την έλεγε ο παππούς μου δείχνοντας μου, αυτή τη φωτογραφία που βλέπετε. Πολλά χρόνια πριν στους χωματόδρομους του Χαϊδαρίου, τριγυρνούσε ο αρκουδιάρης με την κυρία Μαριγώ την αρκούδα τρέχαν τα γυναικόπαιδα, μικροί, μεγάλοι, νέοι, γέροι να δουν το θέαμα. Η Μαριγώ είχε φτάσει στα όρια της υπομονής της, την εκδίκησή της την είχε καταστρώσει με προσοχή, μόνο που έπρεπε να τη βοηθήσει κάποιος και δυστυχώς έπρεπε να ήταν άνθρωπος, αλλά αυτοί μόνο να γελούν ήξεραν, ή να την θαυμάζουν με ανοιχτό το στόμα… Έψαχνε να βρει τον άνθρωπο που θα την καταλάβαινε. Και μια μέρα τον βρήκε.Έναν όμορφο άντρα μελαχρινό, ψηλό με μαύρο μουστάκι, την πλησίασε για να βγάλει φωτογραφία μαζί της. Τον κοίταξε στα μάτια δεν τη φοβότανε, μα ναι κατάλαβε ότι μπορούσε και να του μιλήσει. Έσκυψε στο αυτί του και του΄πε μπορείς να με ελευθερώσεις και δεν θα πάθει κανείς κακό θα φύγω μακριά στο δάσος, μόνο τον αρκουδιάρη θα πάρω μαζί μου. Εκείνος την κοίταξε καλά-καλά.Τι τον θέλεις τον αρκουδιάρη? Τη ρώτησε. Δε θα του κάνω κακό, ένα μάθημα μόνο θα του δώσω, για να με θυμάται.Ωραία της είπε, πάρε και τα κλειδιά του τρίκυκλου του μανάβη για να μπορέσεις να φύγεις γρήγορα για να μη σε πιάσουν. Σε ευχαριστώ του είπε και ο νεαρός άντρας είδε ένα δάκρυ να κυλά από τα μάτια της Μαριγώς αμέσως την ελευθέρωσε. Όλοι τα΄ χασαν άρχισαν να τρέχουν τρομαγμένοι. Όσοι γύρισαν μετά από μερικά μέτρα τρεξίματος το κεφάλι τους για να δουν τι έγινε, είδαν μόνο τη σκόνη που είχε αφήσει το τρίκυκλο του μανάβη. Στο δάσος η καλή μα ς η αρκούδα η Μαριγώ, αφού επισκέφθηκε τις φίλες της και έμαθε όλα τα νέα του αρκουδοχωριού και αφού η φωλιά της είχε ρημάξει μετά από τα χρόνια της απουσίας της αποφάσισε να ξεκινήσει τη δουλειά. Με αυτή τη δουλειά έβγαλε πολλά κούπια μέλι, έφτιαξε μια φωλιά σωστό παλάτι! Ναι, με σαλόνι, κρεβατοκάμαρα μια τέλεια κουζίνα, γιατί η Μαριγώ μας της άρεσε να μαγειρεύει και ένα μπάνιο με ντουζιέρα! Τι δουλειά έκανε? Μα γύριζε τον αρκουδιάρη στο χωριό του’ παιζε ντέφι και αυτός χόρευε. Και όχι πως του είχε δείξει η Μαριγώ, πώς να χορεύει, αλλά ο ίδιος από το φόβο του χόρευε καλύτερα και από τον πρώτο χορευτή των φημισμένων μπαλέτων Μπολσόι. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό οι αρκούδες κυλιόντουσαν κάτω από τα γέλια. Η Μαριγώ όμως δεν ήταν αχάριστη, ότι ήθελε πια το είχε και ο αρκουδιάρης το΄χε πάρει το μάθημά του. Ένα πρωί του έδωσε τα κλειδιά του τρίκυκλου του μανάβη και ένα τάπερ με φαγητό μήπως και πεινάσει στο δρόμο, και τον χαιρέτησε και σίγουρα δεν κύλησε κανένα δάκρυ από τα όμορφα μαύρα μελαγχολικά της μάτια αλλά ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

Μελίνα Σ.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Επαγγέλματα παλιά που δεν υπάρχουν πια: ο τσαγκάρης

Το επάγγελμα του τσαγκάρη είναι να φτιάχνει παπούτσια, αλλά σήμερα όταν λέμε τσαγκάρης εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα χαλασμένα παπούτσια. Το τσαγκαράδικο ήταν ο χώρος όπου ήταν ο πάγκος, οι βελόνες, οι σακοράφες, τα σουβλιά τα σφυράκια και οι λίμες,οι τανάλιες και τα καλαπόδια. Τότε δεν υπήρχαν κόλλες και μηχανές. Ο τσαγκάρης δούλευε ώρες ατέλειωτες φορώντας πάντα τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Εκεί δεχόταν και τις παραγγελίες των πελατών του. Ένα ζευγάρι παπούτσια τότε κόστιζε σχεδόν μια χρυσή λίρα και για α φτιαχτούν χρειάζονταν 2-3 μέρες δουλειά.Τα παπούτσια ήταν εξ΄ολοκλήρου χειροποίητα, ήταν ραφτά και καρφωτά. Για να τα κατασκευάσει αγόραζε το δέρμα. Το ψιλό δέρμα το χρησιμοποιούσε για το πάνω μέρος του παπουτσιού και το χοντρό για τις σόλες.


Το κείμενο αυτό βασίστηκε στις πληροφορίες που πήρα από τον παππού μου, που ήταν ο ίδιος τσαγκάρης. Αυτά ήταν μερικά από τα εργαλεία της δουλειάς του

Βασίλης Π.




Στη γειτονιά μου, στο Χαϊδάρι, εδώ και χρόνια ο κυρ Χρήστος, ένας πολύ καλός και γελαστός άνθρωπος, διατηρούσε ένα τσαγκαράδικο. Όλη η γειτονιά τον υποστήριζε και όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φτιάξουν τα παπούτσια τους, πήγαιναν σ΄ αυτόν. Εκείνος με τα λιγοστά εργαλεία του διόρθωνε τα παπούτσια όσο καλύτερα μπορούσε, διαλαλώντας σε όλους πόσο πολύ καλή δουλειά κανει και πόσο την αγαπάει. 'Ενα πρωί όμως το χαμόγελο σβήστηκε από το πρόσωπό του. Απέναντι από το μαγαζί του άρχισε να στήνεται ένα ολοκαίνουριο κατάστημα που η πινακίδα του έγραφε "Τακούνι express" . Τι είναι πάλι τούτο, αναρωτήθηκε, κάποιος ανταγωνιστής; Αμέσως θάρρεψε και είπε: Όποιος και να είναι δεν τον φοβάμαι σαν τη δική μου δουλεά κανείς δεν μπορεί να κάνει. Δεν είχε όμως προβλέψει, ο δύστυχος, ότι θα είχε να ανταγωνιστεί, ένα σωρρό μηχανήματα, νέας τεχνολογίας. Όσο γρήγορα κι αν ήταν τα χεράκια του σίγουρα δεν θα μπορούσε να φτιάξουν ένα τακούνι σε πέντε λεπτά. Επειδή όμως ζούμε σε μία εποχή που ο χρόνος είναι χρήμα, ο κυρ Χρήστος έπεσε θύμα αυτής της κατάστασης, γιατί όλοι οι άνθρωποι που θέλουν πια οι δουλειές τους να γίνονται γρήγορα, προτίμησαν το νέο κατάστημα. Έτσι μετά από λίγο καιρό, αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί του μιας και δεν είχε χρήματα να αγοράσει καινούρια και πιο σύγχρονα μηχανήματα. Είναι μία ακόμη περίπτωση, που όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την τεχνολογία νιώθει ηττημένος

Ναταλία Κ.

Διαφάνεια 14

Η λέξη «τσαγκάρης» έχει βυζαντινή προέλευση από ένα είδος υποδήματος που λεγόταν «τσαγκίον»