Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Let' s party now!!!


Σήμερα ολοκληρώθηκε η έπληξη που επιφυλλάσσαμε τόσο καιρό για την κ. Τζούλια, χωρίς αυτή να μάθει τίποτε. Από το Σεπτέβρη είχαμε αποφασίσει να φέρουμε τούρτα και να της κάνουμε surprise party για τα γενέθλιά της (1 Νοεμβρίου). Το πρωί ο Νίκος ανέλαβε να καθυστερήσει την κυρία με διάφορα, μέχρι εμείς να ετοιμάσουμε την τάξη. Βάλαμε στον πίνακα ένα μεγάλο πανό "Χρόνια Πολλά κ. Τζούλια", βάλαμε κεράκι στην τούρτα και μολις μπήκε στην τάξη η κυρία μας είδε όλους γύρω να της τραγουδάμε happy Birthday τρελάθηκε από τη χαρά της. Συκινήθηκε πάρα πολύ και μας είπε πως αυτό θα το θυμάται για πάντα... Μεγάλη επιτυχία είχε και η κάρτα! Ήταν μια μουσική κάρτα που έλεγε..."Φέτος δε γίνεσαι ένα χρόνο μεγαλύτερη, μα ένα χρόνο ομορφότερη"! Κόψαμε την τούρτα (σοκολατίνα με cookies), της ευχηθήκαμε και την τελευταία ώρα κάναμε πάρτυ, ακούγοντας μουσική από το youtube.
Η κυρία μας έδωσε συγχαρητήρια για το ότι καταφέραμε όλοι μαζί να συνεργαστούμε να μαζέψουμε χρήματα και να οργανώσουμε τόσο καλά αυτό το πάρτυ...Είμαστε πολύ ευτυχισμένοι που πέτυχαν τα σχέδιά μας και κάναμε την κυρία μας ευτυχισμένη....

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Σπίτια γεμάτα ποιήματα

Σπίτι με Kήπον

Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Κώστας Καβάφης

Ο γυρισμός του ξενητεμένου


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟY


«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;

χρόνια ξενιτεμένος ήρθες

με εικόνες που έχεις αναθρέψει

κάτω από ξένους ουρανούς

μακριά απ' τον τόπο το δικό σου».

«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·

τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση

κι' οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια

κι' όμως σαν είμουνα παιδί

έπαιζα πάνω στο χορτάρι

κατω από τους μεγάλους ίσκιους

κι' έτρεχα πάνω σε πλαγιές

ώρα πολλή λαχανιασμένος».

«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου

σιγά - σιγά θα συνηθίσεις·

θ' ανηφορίσουμε μαζί

στα γνώριμά σου μονοπάτια

θα ξαποστάσουμε μαζί

κάτω απ' το θόλο των πλατάνων

σιγά - σιγά θα 'ρθούν κοντά σου

το περιβόλι κι' οι πλαγιές σου».

«Γυρεύω το παλιό μου σπίτι

με τ' αψηλά τα παραθύρια

σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό

γυρεύω την αρχαία κολόνα

που κοίταζε ο θαλασσινός.

Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;

οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους

κι' όσο μακριά και να κοιτάξω

βλέπω γονατιστούς ανθρώπους

λες κάνουνε την προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;

σιγά -σιγά θα συνηθίσεις

το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις

κι' αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν

σε λίγο οι φίλοι κι' οι δικοί σου

γλυκά να σε καλωσορίσουν».

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;

σήκωσε λίγο το κεφάλι

να καταλάβω τι μου λες

όσο μιλάς τ' ανάστημά σου

ολοένα πάει και λιγοστεύει

λες και βυθίζεται στο χώμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου

σιγά σιγά θα συνηθίσεις

η νοσταλγία σου έχει πλάσει

μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους

έξω απ' τη γης κι' απ' τους ανθρώπους».

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά

βούλιαξε κι' ο στερνός μου φίλος

παράξενο πώς χαμηλώνουν

όλα τριγύρω κάθε τόσο

εδώ διαβαίνουν και θερίζουν

χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».


Σεφέρης Γιώργος

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

"το ξυπόλυτο τάγμα"



Σήμερα είδαμε το "ξυπόλυτο τάγμα". Παρότι αυτές τις ημέρες όλο μιλάμε για τον πόλεμο του 40 και τη γερμανική κατοχή δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε πόσο δύσκολες ήταν οι συνθήκες για τα παιδιά της ηλικίας μας. Βέβαια η κ. Βαρελά προχτές μας έδειξε τα δάχτυλα των χεριών της που έγιναν "χοντρά" από αβιταμίνωση, μας μίλησε και για τα παιδιά που γινόταν "σαλταδόροι", αλλά πού να φανταστούμε την κατάσταση...Οι εικόνες της κατοχής που ξετυλίχτηκαν μπροστά μας ήταν συγκινητικές...
Ορφανά παιδιά στην ηλικία μας όταν οι Γερμανοί επιτάξαν το ορφανοτροφείο έκλεβαν από τους μαυραγορίτες και τους γερμανούς τρόφιμα για να φάνε, αλλά και να βοηθήσουν άλλους που είχαν ανάγκη...Να που η κλεψιά εδώ δεν είναι ντροπή...
Η ταινία γυρίστηκε το 1953 στη Θεσσαλονίκη και αναφέρεται σε αληθινή ιστορία. Ο σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Γκρεγκ Τάλλας και είχε υπέροχη φωτογραφία ασπρόμαυρη του Μιχαήλ Γαζιάδη και θαυμάσια συμφωνική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.
Συγκινηθήκαμε (μερικοί-ές κλάψαμε κιόλας), γελάσαμε με τα καμώματα των μικρών σαλταδόρων, αλλά προπάντων νιώσαμε τυχεροί που δε ζήσαμε μια τέτοια εποχή...
και ίσως και λίγη...ντροπή που αγοράσαμε τόσα ποπκορν και αναψυκτικά και μασουλώντας βλέπαμε τα παιδιά που πεινούσαν...

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Με το χαμόγελο στα χείλη...



Σήμερα η Έκτη Αταξία συνάντησε τη συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας Αγγελική Βαρελά στο Πολεμικό Μουσείο. Η συγγραφέας μας μίλησε για τα βιώματά της την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940, αλλά και για την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Συζητήσαμε αρκετή ώρα μαζί της, τη βομβαρδίσαμε με τις απορίες και τις ερωτήσεις μας γύρω από το αυτοβιογραφικό της βιβλίο "Με το χαμόγελο στα χείλη" με το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει πρώτα στα παιδιά της και μετά στα παιδιά όλου του κόσμου, το παράδοξο που έβλεπαν σε μια φωτογραφία της εποχής να πηγαίνουν χαμογελαστοί οι στρατιώτες στο μέτωπο. Τέλος επειδή είμαστε "αγαπησιάρικα παιδιά", ειδικά με τους συγγραφείς, καλέσαμε την κυρία Βαρελά να μας επισκεφτεί στην τάξη μας τον επόμενο μήνα.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Μ΄αρέσουν τα τριαντάφυλλα...

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι

Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι
στη μοναξιά και στη σιωπή.
Ξέρω μια πράσινη ραχούλα...
Δε θα το χτίσω εκεί.


Ξέρω στη χώρα τη μεγάλη
τον πλούσιο δρόμο τον πλατύ,
με τα παλάτια και τους κήπους...
Δε θα το χτίσω εκεί.


Ξέρω το πρόσχαρο ακρογιάλι,
όλο το κύμα το φιλεί,
κρινόσπαρτη είναι η αμμουδιά του...
Δε θα το χτίσω εκεί.


Ατέλειωτη τραβάει μια στράτα,
σκίζει μια χέρσα απλοχωριά,
σκληρά τη δέρνει το αγριοκαίρι
κι ο λίβας τη χτυπά.

Μια στράτα χιλιοπατημένη,
τον καβαλλάρη νηστικό,
τον πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στον κουρνιαχτό.

Εκεί το σπίτι μου θα χτίσω
με μια βρυσούλα στην αυλή,
πάντα η γωνιά του θα καπνίζει
κι η θύρα του θα' ναι ανοιχτή


Κωστής Παλαμάς

Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι
πέρα μακριά στην εξοχή
εκεί που δεν υπάρχουν πόλεις
δε θα το χτίσω εκεί

Μήπως στην πόλη να το χτίσω
στη φασαρία και στη βουή
πολλά αυτοκίνητα υπάρχουν
δε θα το χτίσω εκεί

Ονειρευόμουν ένα σπιτάκι
χτισμένο στο βουνό μέσα
στο πράσινο δασάκι
με οξυγόνο καθαρό

Εκεί το σπίτι μου θα χτίσω
μακριά απ΄της πόλης τη βουή
καινούριους φίλους θα γνωρίσω
θα αρχίσω νέα ζωή

Νικήτας Θ.


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Το παραμύθι της Μέρας και της Νύχτας



Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όμορφο χωριό που λεγόταν Ουρανός, ζούσαν δυο όμορφα κορίτσια που ήταν πολύ καλές φίλες. Η μία λεγόταν Μέρα και η άλλη λεγόταν Νύχτα. Η Μέρα ήταν πολύ όμορφη, είχε ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια και φωτεινό δέρμα, γι΄αυτό και όλη την φώναζαν Φωτεινούλα. Η νύχτα ήταν κι αυτή πολύ όμορφη, με μαύρα στιλπνά μαλλιά, σκούρα μάτια και μελαχρινό δέρμα γι΄ αυτό και όλοι τη φώναζαν Σκοτεινούλα.

Οι δυο φίλες μεγάλωναν μαζί πολύ αγαπημένες και δεν είχαν μυστικά η μία από την άλλη. Τα χρόνια περνούσαν και οι κοπέλες πια ήταν σε ηλικία γάμου…

Ο βασιλιάς του χωριού που είχε κι εκείνος ένα γιο που τον λέγανε Ήλιο, αποφάσισε να διοργανώσει ένα χορό στο παλάτι για να βρει την κοπέλα που θα κάνει νύφη του.

Έβαλε λοιπόν ντελάληδες να ανακοινώσουν στο χωριό την ημερομηνία και την ώρα που θα γινόταν ο χορός:

-Προσοχή Προσοχή! Στο χορό πρέπει να προσέλθουν όλες οι κοπέλες που είναι πάνω από 18 χρονών!

Μόλις άκουσαν την ανακοίνωση η Μέρα και η Νύχτα άρχισαν να ετοιμάζονται. Όταν λοιπόν έφτασε εκείνο το βράδυ, η Μέρα φόρεσε ένα πανέμορφο φουστάνι με φωτεινά χρώματα αφήνοντας ξέπλεκα τα όμορφα ξανθά μαλλιά της τα οποία στόλισε με φωτεινές ηλιαχτίδες.

Η Νύχτα φόρεσε ένα όμορφο μαύρο λαμπερό φουστάνι που το στόλισε με δεκάδες λαμπερά αστεράκια και έπιασε τα μαλλιά της με ένα υπέροχο ψηλό κότσο που τον ομόρφυνε με ένα λαμπερό φεγγάρι χτενάκι.

Όταν ο χορός άρχισε το βασιλόπουλο χόρευε με όλες τις κοπέλες, μέχρι που είδε τη Μέρα και θαμπώθηκε από τη λάμψη της κι αποφάσισε ότι αυτή είναι η κατάλληλη για γυναίκα του.

Η Νύχτα όμως στεναχωρήθηκε πολύ με αυτή του την επιλογή κι έτσι αποφάσισε να μην ξανασυναντηθεί ποτέ της με τη φιλενάδα της.

Έτσι όποτε η Μέρα ερχόταν στο χωριό η Νύχτα έφευγε και επέστρεφε όταν έφευγε η Μέρα…

Ναταλία


Η Μέρα , η Νύχτα , ο Ήλιος και ο Φεγγάρης

Μια φορά και έναν καιρό πριν πολλά πολλά χρόνια σε ένα πανέμορφο δάσος γεμάτο καταπράσινα δένδρα φορτωμένα με γλυκούς καρπούς, πολύχρωμα ευωδιαστά λουλούδια και γαλάζιες λιμνούλες, σε ένα όμορφο σπιτάκι ζούσαν δυο αδελφές η Μέρα και η Νύχτα.

Η Μέρα ήταν μια κοπέλα με μακριά ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια και η Νύχτα είχε μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Ήταν και οι δύο πανέμορφες.

Γι' αυτές τις δυο όμορφες κοπέλες ενδιαφέρθηκαν δύο ξακουστοί πρίγκηπες ο κατάξανθος Ήλιος και ο στρογγυλοπρόσωπος χαρωπός Φεγγάρης.

Αυτούς τους δύο όμως έδενε αρχαία κατάρα όταν ο ένας έλαμπε ο άλλος κλεινόταν μέσα στο παλάτι του και όσοι μέναν μαζί του μέναν κλεισμένοι μέσα, και όταν ο Ήλιος πια κουρασμένος γύριζε στο παλάτι του τότε έβγαινε ο Φεγγάρης.

Ποτέ δεν μπορούσαν να συναντηθούν ούτε αυτοί οι δύο ούτε οι πιστοί υπηκόοι τους, δηλαδή οι χρυσές ηλιαχτίδες του ήλιου, ποτέ δεν μπορούσαν να συναντήσουν τα ασημένια αστέρια.

Ο κατάξανθος Ήλιος παντρεύτηκε την πανέμορφη Μέρα. Και ο στρογγυλοπρόσωπος χαρωπός Φεγγάρης την πανέμορφη Νύχτα. Οι δύο αδελφές μέσα στη φασαρία και στις χαρές των γάμων δεν δώσαν σημασία στη βαριά κατάρα που χώριζε τους δυο πρίγκηπες. Ακόμα και για τους πρώτους μήνες δεν έδιναν σημασία μαγεμένες, από τις καινούριες ζωές τους. Η Μέρα έπαιζε όλη τη μέρα κρυφτό με τις ηλιαχτίδες μέσα στο χρυσό παλάτι του άντρα της, τις περισσότερες φορές όμως πήγαινε μαζί με τον ήλιο και αγκαλιασμένοι πάνω στο χρυσό του άρμα γύριζαν από χώρα σε χώρα.

Η Νύχτα πάλι έφτιαχνε λιχουδιές μαζί με τα αστέρια μέσα στο ασημένιο παλάτι του άντρα της, μα τις περισσότερες φορές έβγαινε βόλτα μαζί με το Φεγγάρη πάνω σε μια ωραία φαρδιά κορδέλα από ασημόσκονη και γύρω τους έλαμπαν μικρά και

μεγάλα ασημένια αστέρια.

Οι ζωές τους λοιπόν κυλούσαν υπέροχα όταν όμως θέλησαν να συναντηθούν οι δυο αδελφές για να διηγηθούν η μια στην άλλη όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα και επειδή στην πραγματικότητα η μια είχε λείψει στην άλλη με μεγάλη πίκρα και απαγοήτευση είδαν ότι ήταν αδύνατον.

Χρόνια πολλά πέρασαν , περνούν και θα περάσουν και οι δυο αδελφές θα προσπαθούν να συναντηθούν αλλά δεν θα μπορούν, γιατί μόλις της μιας ο άντρας έρχεται ο άλλος πρέπει να φεύγει μαζί με τους πιστούς υπηκόους του και την λατρεμένη του γυναίκα.

Μελίνα